αλλαντοειδής

αλλαντοειδής
ης, ες похожий на колбасу, как колбаса

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αλλαντοειδής" в других словарях:

  • ἀλλαντοειδής — sausage shaped masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλλαντοειδής — ες (Α ἀλλαντοειδής) αυτός που έχει σχήμα αλλάντος, λουκάνικου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλλᾶς ( ᾶντος) + ειδὴς < εἴδος] …   Dictionary of Greek

  • ἀλλαντοειδῆ — ἀλλαντοειδής sausage shaped neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀλλαντοειδής sausage shaped masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀλλαντοειδής sausage shaped masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλαντοειδεῖ — ἀλλαντοειδής sausage shaped masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀλλαντοειδής sausage shaped masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλαντοειδοῦς — ἀλλαντοειδής sausage shaped masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλλαντοΐδα — ή αλλαντοΐς, η (Βιολ.) εμβρυϊκός υμένας που χαρακτηρίζει τα ανώτερα Σπονδυλόζωα (Ερπετά, Πτηνά, Θηλαστικά). [ΕΤΥΜΟΛ. < allantois, νεολατιν. επιστημον. όρος < ελλην. ἀλλαντοειδής*. Όπως δείχνει και η ετυμολογική προέλευση τής λέξεως,… …   Dictionary of Greek

  • alantoides — (Del gr. allantoeides < allas, antos, salchichón, embutido + eidos, forma.) ► adjetivo/ sustantivo masculino ZOOLOGÍA Se aplica a la membrana extraembrionaria que rodea al feto de reptiles, aves y mamíferos. IRREG. plural alantoides * * *… …   Enciclopedia Universal

  • -ειδής — ές (είδος*) β συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, έναντι… …   Dictionary of Greek

  • αλλάς — ἀλλᾶς ( ᾶντος), ο (Α) 1. λουκάνικο, αιματιά, σουτζούκι 2. πληθ. οι αλλάντες*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀλλᾶς είναι αβέβαιης ετυμολογικής προελεύσεως, πράγμα που ισχύει και για πολλές άλλες λέξεις που έχουν σχέση με τη μαγειρική. Συνήθως η λ. ανάγεται σε… …   Dictionary of Greek

  • alantoides — (Del gr. ἀλλαντοειδής, en forma de salchichón). adj. Biol. Se dice de un órgano en forma de saco o de salchicha, que como membrana extraembrionaria, originada del intestino en los embriones de reptiles, aves y mamíferos, funciona en ellos como… …   Diccionario de la lengua española


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»